Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η ιστορία της Κυρίας Σαπουνόφουσκας

Τι είναι για σένα μια σαπουνόφουσκα; Για μένα είναι γέλιο και χαρά! Είναι παιχνίδι και ξενοιασιά! Ταξίδι, μάθηση και ανακάλυψη... Κι άλλα πολλά που δύσκολα χωρούν σε λόγια και αράδες, παρά μονάχα στο προσωπικό μας βίωμα. 

Αυτά είχα πάνω κάτω στο μυαλό μου τη στιγμή που αποφάσισα πως στο εξής θα αυτοπροσδιορίζομαι ως "κυρία Σαπουνόφουσκα". Στην ιδέα αυτή και μόνο, το μικρό κοριτσάκι μέσα μου ενθουσιάστηκε τόσο που το βλέμμα του πέταξε σπίθες κι ένα χαμόγελο απλώθηκε φαρδιά-πλατιά σε κάθε χιλιοστό του προσώπου μου. Και για του λόγου το αληθές, μοιράζομαι μαζί σας την ιστορία της "ονοματοδοσίας" μου...


-Κυρία Σαπουνόφουσκα! Έτσι θα σας φωνάζουμε από σήμερα! φώναξε γεμάτος ενθουσιασμό για την ιδέα της ονοματοδοσίας ο ΑΒΓ. Κι όπως είχε κάνει 2-3 βήματα προς το μέρος μου για να βεβαιωθεί πως θα τον άκουγα, ευθύς τα πήρε πίσω μόλις ολοκλήρωσε τη φράση του, ώστε να επανέλθει και πάλι στο σημείο 0, στο αρχικό σημείο παρατήρησης της δράσης στην αυλή. Τριγύρω του αναμαλλιασμένα πρωτάκια να τσιροκοπούν, κυνηγώντας ένα ροζ πλαστικό ραβδί που κουνούσε ρυθμικά στον αέρα η «κυρία Σαπουνόφουσκα», χορεύοντας ανέμελα και αφήνοντας στον διάβα της αμέτρητες σαπουνο-μπουρμπουλήθρες. Να αιωρούνται, να κυνηγιούνται, να ακουμπιούνται, να σκάνε πιτσιλώντας τα χέρια και τα χαρούμενα μουτράκια των παιδιών.

Ανάμεσα στα αναμαλλιασμένα πρωτάκια, μπορούσες να διακρίνεις και πολλά ξεμυαλισμένα δευτεράκια, αλλά ελάχιστα τριτο-τεταρτάκια. Όλα μαζί, υπνωτισμένα θαρρείς από τον «μαγικό αυλό» του γνωστού παραμυθιού, που αντί για νότες γέμιζε τον αέρα σαπουνόφουσκες και τα έκπληκτα ματάκια τους με τη σπίθα της χαράς.

-Μου αρέσει, ΑΒΓ! του αποκρίθηκα με αντίστοιχη ένταση φωνής και διάθεση επικοινωνίας.

-Λέω να το κρατήσουμε για όσες μας έμειναν, πρότεινε χαμογελώντας πονηρά.

-Σύμφωνοι! Είναι σίγουρα πολύ καλύτερο από το «κυρία Κρεμάλα»! του ανταπάντησα γνέφοντας καταφατικά το κεφάλι, κοιτάζοντάς τον στα μάτια με νόημα και με την επιθυμία να τον κάνω να σκάσει ένα ακόμα χαμόγελο αυτοπεποίηθησης.

-Καλά ρε, την έλεγες κυρία Κρεμάλα; ρώτησε απορημένος ο ΒΓΔ, απευθύνοντας τον λόγο στον φίλο του.

-Όχι μόνο εγώ, όλη η τάξη έτσι την φωνάζουμε στο Ολοήμερο! βιάστηκε να εξηγήσει ο ΑΒΓ.

-Και γιατί; Τι σας έκανε και τη λέτε έτσι;

-Τίποτα μωρέ! Κάθε Πέμπτη που την έχουμε στο Ολοήμερο την τελευταία ώρα, μας αφήνει να παίζουμε κρεμάλα στον πίνακα. Ξέρεις, το παιχνίδι με τις λέξεις... Γι’ αυτό με τα άλλα παιδιά τη λέμε κυρία Κρεμάλα, το κατάλαβες; προσπάθησε να αποσώσει την απάντησή του ο ΑΒΓ, κρατώντας σταθερά το βλέμμα του στη δράση που εκτυλισσόταν στο προαύλιο.

-Ε και που να ξέρω εγώ ότι δεν ήταν για κακό; μουρμούρισε χαμηλόφωνα ο ΒΓΔ και κάπως απολογητικά.

-Το κυρία Σαπουνόφουσκα είναι πιο ωραίοοοο! μου φώναξε ξανά ο ΑΒΓ διεκδικώντας και πάλι την προσοχή μου, από μακριά αυτή τη φορά.

Ο ΑΒΓ ήταν από αυτά τα υπέροχα πλάσματα που δυσκολεύνται να χωρέσουν σε καλούπια και οι φόρμες της εκπαίδευσης τούς πέφτουν κομματάκι βαριές και δύσπεπτες. Ήταν τρομερά έξυπνος, ετοιμόλογος και το μυαλό του γεννούσε διαρκώς νέες ιδέες. Μα τις περισσότερες φορές οι ιδέες του –όπως και ο ίδιος εξάλλου- δυσκολεύονταν να προσαρμοστούν και να ανθίσουν μέσα από τα κάγκελα της αυλόπορτας του σχολείου. Κι αν κάποια από τις ιδέες του πότε-πότε ξέφευγε και κατάφερνε να βρει τη θέση της στην τάξη ή στην αυλή, τα μάτια του ΑΒΓ λαμπύριζαν τόσο αστραφτερά λες και αντανακλούσαν το χρυσάφι από όλα τα σεντούκια και τους κλεμμένους θησαυρούς του πιο σπουδαίου πειρατή!

-Και πιο χαρούμενοοο! Λέω να το κρατήσω, μου ταιριάζει καλύτερα! του φώναξα επίσης από μακριά, τυλιγμένη ανάμεσα σε σαπουνόφουσκες, πρωτο-δευτεράκια, πολεμικές ιαχές, αλαλαγμούς και νεραϊδο-χορογραφίες. Κατάφερα, έτσι, να ολοκληρώσω τον συνοπτικό μας διάλογο, ενώ τα μικρά μου μαθητάκια με έσπρωχναν και με τραβολογούσαν σ’ άλλη γωνιά της αυλής, αρκετά μακριά από το σημείο 0.

Τα δύο αγόρια δεν μετακινήθηκαν καθόλου από τη θέση τους, συνέχισαν να στέκονται εκεί στο σημείο 0 και να παρακολουθούν από μακριά την όλη δράση. Κάποια στιγμή, κάτι ψιθύρισε ο ένας στο αυτί του αλλουνού και ξεράθηκαν στα γέλια. Δεν είμαι σίγουρη τι, βρισκόμουν ήδη πολύ μακριά. Αλλά δεν είχε και μεγάλη σημασία, μέσα σ’ αυτό το ξέφρενο πανηγύρι που ξεχείλιζε από χαρά, από γέλια και φωνές.

Επιστρέφοντας στο σπίτι μου το μεσημέρι, έπαιξα ξανά πολλές φορές στο μυαλό μου αυτή τη σκηνή, από το πρώτο «ντριιιιν!» που ξαμοληθήκαμε στην αυλή, ως και το επόμενο «ντριιιιν!» που αποφασίσαμε να αγνοήσουμε επιδεικτικά και με σθένος. Είδα ξανά και ξανά τα πρόσωπα, τα βλέμματα, τις κινήσεις, τους διαλόγους, τις φυσαλίδες που καθεμιά ταξίδευε για κάμποσα δευτερόλεπτα, μοιράζοντας απλόχερα τη χαρά. Παρά το εύθραυστο και το σύντομο της ύπαρξής τους. Ή ίσως, σωστότερα, χάρη στο εύθραυστο και το σύντομο της ύπαρξής τους.

«Χμμμ! Λες να γίνω η κυρία Σαπουνόφουσκα;» αναρωτήθηκα μεγαλόφωνα, για να βεβαιωθώ πως θα μ’ ακούσει ο εαυτός μου. «Και καλά, ας γίνω σαπουνόφουσκα, μα με το κυρία τι κάνουμε; Εγώ δεν θέλω να είμαι η κυρία κανενός! Καθένας να είναι κύριος του εαυτού του!» είχα δεσμευτεί στον εαυτό μου 2-3 μήνες νωρίτερα.

Μα κάπου παρακάτω βρήκα μέσα μου τον τρόπο και τα κατάφερα να συνδυάσω την κυρία με τη σαπουνόφουσκα κι έτσι λοιπόν ούτε γάτα ούτε ζημιά! Και το ταξίδι ξεκινά... 


 Φίλυρο, 19-02-2023

 

Σχόλια